Το ενδιαφέρον των ελλήνων (αστών και
εσωτερικών μεταναστών προηγούμενων δεκαετιών) για επιστροφή στα χωριά και τις μικρότερες
πόλεις από αυτές των Αθηνών και Θεσσαλονίκης ήρθε να αναδείξει η πρόσφατη έρευνα
του υπουργείου γεωργίας.
Σύμφωνα λοιπόν με την ανακοίνωση του
υπουργείου, στις 27 Μαρτίου 1,5 εκατομμύριο άτομα έχουν
την πρόθεση να αποχωρήσουν από Αθήνα και Θεσσαλονίκη και οι μισοί από αυτούς θέλουν
να εργαστούν στον αγροτικό τομέα. Αποτέλεσμα που καταδεικνύει ότι οι επιλογές στις
πόλεις είναι λίγες και η εξασφάλιση του σίγουρου εισοδήματος όλο και πιο
δύσκολη υπόθεση. Βεβαίως αυτό θα πρέπει να συνδυαστεί και με την εικόνα που
υπάρχει σε πολλούς ανθρώπους της πόλης ότι η ζωή στην ύπαιθρο είναι καλύτερη
ποιοτικά και κυρίως με λιγότερο άγχος.
Στο δελτίο τύπου
που εκδόθηκε από το υπουργείο αγροτικής ανάπτυξης αναφέρονται τα παρακάτω:
“Τα βασικά στοιχεία της
έρευνας που έγινε για λογαριασμό του Οργανισμού ΕΛΓΟ - «ΔΗΜΗΤΡΑ», παρουσίασε
σήμερα ο Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Κώστας Σκανδαλίδης κατά τη
διάρκεια Συνέντευξης Τύπου.
Με βάση την έρευνα, που
διεξήχθη σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, το 68,2 % των ερωτηθέντων έχει σκεφθεί
να επιστρέψει στην επαρχία, το 19,3% έχει κάνει κινήσεις για την επιστροφή του,
ενώ περίπου το μισό (47,6%) επιλέγει ως πρώτη απασχόληση τον τομέα της
αγροτικής παραγωγής.
Ακολουθεί το κείμενο
της συνέντευξης:
«Σας κάλεσα σήμερα
γιατί πιστεύω ότι είμαστε σε μια φάση, όπου οι πολιτικές εξελίξεις δεν αφήνουν
ν’ αναδειχθούν διάφορα θέματα που έχουν σχέση με την ευρύτερη προοπτική της
χώρας. Και επειδή, όλα τα γεγονότα, που συσσωρεύονται, κρίνονται μόνο προσωπικά
και με βάση την εμπειρία και την προσπάθεια των κομμάτων να κερδίσουν στην
εκλογική αναμέτρηση, έχοντας την εμπειρία πολλών χρόνων γύρω από αυτές τις
διαδικασίες, ένιωσα την ανάγκη να σας μιλήσω για ένα θέμα, που κατά τη γνώμη
μου, είναι πάρα πολύ σημαντικό και έχει σχέση με την ευρύτερη εξέλιξη της
ελληνικής κοινωνίας στο χώρο της γεωργίας και της υπαίθρου γενικότερα.
Πιστεύω ότι είναι πάρα πολύ σημαντικό ότι αυτή την εποχή στην ελληνική κοινωνία
έχει γίνει μια βαθιά τομή, μια μεγάλη αλλαγή. Είναι μια βαθιά αλλαγή στα
πρότυπα ζωής, της οποίας, επειδή βρισκόμαστε στο επίκεντρο της κρίσης, δε
μπορούμε ακόμα να κατανοήσουμε τις διαστάσεις της.
Νομίζω ότι είμαστε σε μια εποχή μιας αντίστροφης πορείας, όπου ο μετεμφυλιακός
μετασχηματισμός της ελληνικής κοινωνίας, με την περιβόητη αστυφιλία τις πρώτες
τρεις δεκαετίες, από το ’50 μέχρι το ’80, δίνει τη θέση του σε μια αντίστροφη
πορεία αυτή την εποχή.
Τότε η κατεστραμμένη ύπαιθρος ώθησε μεγάλα στρώματα του πληθυσμού στα μεγάλα
αστικά κέντρα βάζοντας σε δεύτερη μοίρα την ανοικοδόμηση της Περιφέρειας,
δηλαδή την ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας και την ενίσχυση της αγροτικής
κοινωνίας, με τις μορφές συνοχής παράδοσης και πολιτισμού που τη συνόδευαν.
Προκειμένου να ελέγξει η πολιτεία αυτή την αστυφιλία, τη ροπή στην αστυφιλία,
εφηύρε την «αντιπαροχή» και την πολιτική της «οριζόντιας ιδιοκτησίας» που
ουσιαστικά κατέστρεψε τις πόλεις αντί να τις φτιάξει.
Πριν από μερικά χρόνια το όραμα ενός μέσου Έλληνα ήταν καταναλωτικά πρότυπα,
καριέρα χωρίς ελεύθερο χρόνο, χωρίς προσωπική ζωή, που επέφερε την
αλλοτρίωση.
Σήμερα ο κόσμος απορρίπτει αυτό το πρότυπο ζωής, αλλάζει τα πολιτισμικά και
βιοτικά του πρότυπα.
Ζητά καλύτερη ποιότητα ζωής, καλύτερες ανθρώπινες σχέσεις σε μικρότερες
κοινωνίες, μεγαλύτερη ασφάλεια και επιστροφή στις ρίζες.
Τα κομματικά και τα πολιτικά επιτελεία δεν έχουν διαβάσει προσεκτικά αυτό που
συμβαίνει στην κοινωνία μας σήμερα.
Και το λέω αυτό, ως Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης, γιατί πιστεύω ότι αυτό το
πρότυπο συνδέεται πάρα πολύ, με αυτό που είπαμε την πρώτη ημέρα ανάληψης
καθηκόντων, την ανάγκη να υπάρξει ελληνική γεωργία ενόψει του 2020, να υπάρξει
ένα εθνικό σχέδιο, μια στρατηγική για την αγροτική ανάπτυξη.
Ο κόσμος δοκιμάζεται, υποφέρει, ταλαιπωρείται από τη δημοσιονομική κρίση.
Κάτω απ΄ αυτό οι άνθρωποι ξαναβρίσκουν τον εαυτό τους, αναζητούν ένα ιδιωτικό
και οικογενειακό χώρο στη ζωή τους.
Τα ποσοτικά στοιχεία της έρευνας που σας παρουσιάζουμε σήμερα, η οποία διεξήχθη
για λογαριασμό του Οργανισμού ΕΛΓΟ-«ΔΗΜΗΤΡΑ», είναι εντυπωσιακά.
Η έρευνα έγινε στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη.
Από όσους ερωτήθηκαν, το
68,2%, δηλαδή περίπου 1.500.000 άνθρωποι, εκδηλώνουν την επιθυμία να
επιστρέψουν στην επαρχία. Το 19,3% έχει κάνει συγκεκριμένες κινήσεις για να
φύγει.
Η μεγάλη πλειοψηφία αυτών που θέλουν να γυρίσουν, θέλει ν’ ασχοληθεί με τη
γεωργία.
Τα στοιχεία της έρευνας επιβεβαιώνουν τα στοιχεία της Εθνικής Στατικής
Υπηρεσίας για το 2010 και η μελέτη της ΠΑΣΕΓΕΣ.
Μέχρι σήμερα, ο αγροτικός
πληθυσμός έχει τα εξής χαρακτηριστικά: Είναι δημογραφικά γερασμένος, το 8%
είναι κάτω από 30 χρόνων και σε ό,τι αφορά το μορφωτικό επίπεδο, οι περισσότεροι,
πάνω από το 55%, δεν έχουν ολοκληρώσει τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.
Δεν είχε καμία σοβαρή επαγγελματική εκπαίδευση, ασκήθηκε λοιπόν σε κακές
καλλιεργητικές και επιχειρηματικές πρακτικές, όπου οι περισσότερες από αυτές
δεν είχαν καμία σχέση με την δυναμική παρέμβαση στις αγορές αλλά με τις
επιδοτήσεις. Πρόκειται για μια εικόνα αλλοτρίωσης, αποξένωσης από το
μεράκι της παραγωγής.
Από τα στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, από αυτούς που έχουν
γυρίσει, τους 60.000 το 2010, το 1/3 έχει ακαδημαϊκή μόρφωση, δηλαδή πτυχίο
ΑΕΙ, ΤΕΙ ή μεταπτυχιακό τίτλο. Νέοι άνθρωποι, νέο αίμα, νέοι που θέλουν
να καινοτομήσουν στην επιχειρηματικότητα. Στη σημερινή όμως έρευνα,
αυτοί που λένε ότι θέλουν να γυρίσουν ή έχουν κάνει κινήσεις για να γυρίσουν,
έχουν μεταπτυχιακό τίτλο το 25,4%, ΑΕΙ και ΤΕΙ το 43,5%, επαγγελματικές σχολές,
ΙΕΚ κλπ. 17,1%, Λύκειο 8,2%, Γυμνάσιο 1,2% και κανένας δεν
έχει μόνο το Δημοτικό.
Αυτό σημαίνει, ότι πάνω από 70%, τα 2/3 και πάνω, έχουν υψηλότατη ακαδημαϊκή
μόρφωση, είτε πτυχίο ΑΕΙ - ΤΕΙ είτε και μεταπτυχιακούς τίτλους.
Επίσης, οι ηλικίες τους σε αυτή την καινούργια έρευνα έχουν μια εντυπωσιακή συσσώρευση:
- 25 με 29 ετών είναι 10,6%
- 30 με 35 ετών είναι 21,2%
- 35 με 39 ετών είναι 25,3%
- 40 με 44 ετών είναι 12,9%
Δηλαδή, μιλάμε για τις
δυναμικές επαγγελματικά ηλικίες, τις πιο παραγωγικές ηλικίες της ελληνικής
κοινωνίας, κυρίως από 29- 40 ετών μαζεύεται πάνω από το 60% των ανθρώπων που
θέλουν να γυρίσουν στην επαρχία.
Αξιοσημείωτο είναι ότι το 70,3% θα έφευγε για το ίδιο ή και μικρότερο εισόδημα,
αλλά για μια ζωή πιο ανθρώπινη, που μεταφράζεται σε καλύτερη ποιότητα ζωής
συνολικά, σε πιο χαλαρούς ρυθμούς, σε μικρότερο κόστος διαβίωσης, σε σχέσεις
πιο ουσιαστικές και ανθρώπινες.
Η γεωργία κατέχει δεσπόζουσα θέση στην έρευνα. Η πλειοψηφία αυτών που
συγκροτούν το ρεύμα της επιστροφής στην ύπαιθρο διαθέτει ακίνητη περιουσία,
κυρίως γη για να την αξιοποιήσει και ενδιαφέρεται για την
καλλιέργεια παραδοσιακών καλλιεργειών (ελιά, λάδι, βιολογικά προϊόντα)
αλλά και για πιο εξεζητημένες και σύγχρονες εναλλακτικές καλλιέργειες.
Η αρχική μου, βασική τοποθέτηση είχε να κάνει με το μοντέλο της ίδιας της
αγροτικής ανάπτυξης της χώρας. Υπάρχει ένα δίλημμα, γιατί πολλές φορές και από
αριστερά μας γίνεται κριτική, για τα θέματα του τι κάνουμε εμείς με το μικρό
παραγωγό, την αγροτιά, τη φτωχή αγροτιά κλπ.
Όπως εξελίσσεται η παγκοσμιοποίηση έχουμε ένα δίλημμα:
Από τη μια, μέσα από κλιμακούμενες διατροφικές κρίσεις και τη χειραγώγηση
της παγκόσμιας αγοράς τροφίμων από οικουμενικά δομημένους και διαρθρωμένους
παίκτες, προβάλλει το πρότυπο της βιομηχανικής γεωργίας με τα σύγχρονα εκτατικά λατιφούντια,
τη μαζική χρήση μεταλλαγμένων και την ανεξέλεγκτη στροφή προς τις ενεργειακές
καλλιέργειες. Από την άλλη, διεκδικούμε ένα πρότυπο βασισμένο σε μια εθνική
γεωργία των μικρών και μεσαίων αγροτών, με σκοπό την επίτευξη της διατροφικής
ασφάλειας και κυριαρχίας του τόπου, καθώς και τη θεμελίωση ενός βιώσιμου,
ανταγωνιστικού και εξωστρεφούς αναπτυξιακού κεκτημένου, το οποίο θα δώσει
τη δυνατότητα στην ελληνική οικονομία να ξεπεράσει προβλήματα του ισοζυγίου,
της ανάπτυξης, των εισροών, της υποκατάστασης των εισαγωγών και της αύξησης των
εξαγωγών.
Από την αρχή
θελήσαμε με την πολιτική μας να μην επιβεβαιώσουμε ένα μίζερο κρατισμό που
κρατά τους αγρότες ομήρους των κρατικών επιδοτήσεων και των κατακερματισμένων
πολιτικών που εφαρμόζει εδώ και δεκαετίες το Υπουργείο Γεωργίας. Θελήσαμε να
μεταφέρουμε την πρωτοβουλία για αυτούς τους ανθρώπους και επικεντρώσαμε τις
πολιτικές μας στο να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις επιστροφής στην αγροτική
ανάπτυξη και αγροτική παραγωγή.
Κάθε μέρα ακούω: «Έχετε σχέδιο; Υπάρχει αυτό το πράγμα; Κάνετε καμία πολιτική
συγκροτημένη ή είναι όλα αποσπασματικά;»
Θέλω λοιπόν να θυμίσω ότι για να γίνει αυτή η επιστροφή πραγματική και να έχει
παραγωγικό χαρακτήρα θέσαμε τέσσερις προϋποθέσεις, τέσσερις πυλώνες στην
πολιτική μας.
Ο πρώτος πυλώνας, Εξυγίανση του οικονομικού περιβάλλοντος της αγροτικής
ανάπτυξης.
Μεγαλύτερη τιμή στον αγρότη
και μικρότερη τιμή στο ράφι.
Ο δεύτερος πυλώνας,
Εξυγίανση της κοινωνικής επιχειρηματικότητας των αγροτών.
Ο τρίτος
πυλώνας, η εμπέδωση της αντίληψης των κοινωνικών εταίρων στον
αγροτικό κόσμο.
Ο τέταρτος
πυλώνας, που είναι η συγκέντρωση και συγκεντροποίηση των δημόσιων πολιτικών για
την ενίσχυση και υποστήριξη του Έλληνα αγρότη.”
Ολόκληρη η
ανακοίνωση τύπου από το υπουργείο υπάρχει στη διεύθυνση www.minagric.gr